ΑΡΘΡΑ & Projects

Τότε που σήκωνε ψηλά τα χέρια της

Τότε που σήκωνε ψηλά τα χέρια της, εσύ έβλεπες να φτιάχνει τα μαλλιά της, την ίδια στιγμή που εκείνη έχανε τα χέρια της. Έγερνε μόνιμα το κεφάλι από συμπόνια, την ίδια στιγμή που εσύ νόμιζες πως έσκυβε και χάριζε υποταγή. Τότε, που της έμεινε μονάχα η γλώσσα, ζητούσε ήχο και εσύ της έκλεισες την ένταση-έλεγες πως τραγουδά, γιατί χαμογελούσε.
Για σένα λοιπόν που δεν ήξερες, δεν έβλεπες και αν έβλεπες δε μιλούσες έχω να σου χαρίσω την εικόνα πίσω από εκείνα τα χέρια. Τότε, που έστεκε ένα κορίτσι, που κρατούσε το χέρι σε μία γυναίκα, που βρέθηκε στο σπίτι σέρνοντας τα πόδια της, με δυο παιδιά στο στήθος. Άφησε σπίτια, πόλεις και ανθρώπους. Φόρεσε κορδέλες πράσινες, μωβ, λευκές κι ‘ αν ήθελε και κόκκινες. Έμαθε να οργώνει σύμπαντα και ρουφούσε γαλαξίες στη σκούπα. Τα βράδια ο πατέρας της -φυλούσε- ένα μέτωπο, την έντυνε με φιόγκους• σαν έφτανε το πρωί, έκοβε τα μαλλιά και τους στερέωνε στο λαιμό, να’ χει να τρομάζει τους ναύτες. Τα πρώτα βήματα τα έκανε πάνω σε νερά, φορούσε λάσπες στα γόνατα και ονειρευόταν κόσμο δίχως φτέρνα. Όταν τις έκλεβαν τα όπλα έπιανε τα μολύβια και γεννούσε διαστημόπλοια.
Στο σχολείο φορούσε ανάποδα πουλόβερ, έπινε φωτογραφικές και ρίμαζε χέρια που άπλωναν αίσχη. Στα χείλη της κρεμόταν ένα -ποτέ ξανά- και τα παπούτσια της έδεναν υποσχέσεις σε διπλανά τακούνια.
Κοκτέιλ βερίκοκα κάθισαν στη θέση της και λεωφορεία άδειαζαν στα πατήματά της.
-Όταν σε δω καλή μου Άννα, κρύψε μου ένα ημερολόγιο για αυτά, τα άλλα που θα σου ‘χω τυλιγμένα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *